Ενδομήτριοι
Πολύποδες

Οι ενδομήτριοι πολύποδες είναι μικρά, συνήθως καλοήθη μορφώματα που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της μήτρας (ενδομήτριο). Το μέγεθός τους ποικίλει από λίγα χιλιοστά έως μερικά εκατοστά. Η πιο συχνή ηλικία εμφάνισης είναι μεταξύ 40 και 50 ετών. Εντοπίζονται τυχαία στο 10-15% των γυναικών χωρίς συμπτώματα και στο 20-30% των γυναικών με βαριές περιόδους. Η ακριβής αιτιολογία εμφάνισής τους δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί. Γυναίκες που πάσχουν από υψηλή πίεση, διαβήτη, παχυσαρκία ή λαμβάνουν αγωγή με ταμοξιφένη έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν ενδομήτριους πολύποδες.

Σε κάποιες περιπτώσεις, οι ενδομήτριοι πολύποδες αναπτύσσονται στην περιοχή του τραχήλου και ονομάζονται τραχηλικοί πολύποδες. Όταν αυτοί φέρουν μίσχο, η αφαίρεσή τους είναι πολύ εύκολη.

Ενδομήτριοι πολύποδες και συμπτώματα

Όπως προαναφέρθηκε, οι ενδομήτριοι πολύποδες ενδέχεται να μην εμφανίσουν καθόλου συμπτώματα. Αν εμφανιστούν, τα πιο συνηθισμένα είναι η βαριά έμμηνος ρύση και η μεσοκυκλική αιμορραγία. Επίσης ενδέχεται να σχετίζονται με υπογονιμότητα.

Διάγνωση

Η υπόνοια για την ύπαρξη ενδομήτριου πολύποδα ξεκινά με την εκτέλεση διακολπικού υπερήχου κατά το πρώτο μισό του κύκλου, όπου εμφανίζεται ως υπερηχογενής περιοχή εντός του ενδομητρίου. Η εντόπιση ενός μονήρους τροφοφόρου αγγείου χρησιμοποιώντας Power Doppler ενισχύει τη διάγνωση. Επίσης βοηθητική μπορεί να φανεί η έγχυση saline (Saline Infusion Sonography-SIS) κατά τον έλεγχο με υπέρηχο, όπου με την έγχυση υγρού παρατηρούμε τον πολύποδα να ξεχωρίζει εντός της ενδομήτριας κοιλότητας.

Εάν όλα τα παραπάνω δεν είναι καταληκτικά, τότε προχωρούμε στο gold standard της διάγνωσης που είναι η υστεροσκόπηση. Αυτή περιλαμβάνει διάταση της μήτρας με υγρά και είσοδο κάμερας εντός της ενδομήτριας κοιλότητας, όπου με άμεση όραση οδηγούμαστε στη διάγνωση, αλλά συγχρόνως υπάρχει δυνατότητα να προχωρήσουμε και στη θεραπεία.

Οι ενδομήτριοι πολύποδες αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, ενώ η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας βασίζεται στην ηλικία, στα συμπτώματα, στο μέγεθος και στον αριθμό των βλαβών, καθώς και σε παράγοντες όπως η επιθυμία για τεκνοποίηση ή η ύπαρξη αιμορραγίας μετά την εμμηνόπαυση.